Facebook-Celosia-OrangeGoogle-Celosia-OrangeTwitterBird-Celosia-Orange

Νομολογία

Διαδώστε

Ακόμα και με το υπάρχον, ληστρικό ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο οι πελατειακοί μηχανισμοί φρόντισαν να θωρακίσουν, οι νομικές ενέργειες κατά των ασφαλισμένων δεν έχουν καμία νομική βάση. Τουναντίον αντιστρατεύονται πληθώρα νόμων και νομολογιών, και της χώρας μας και της Ε.Ε, όπως καταδεικνύει η παρακάτω μελέτη του νομικού μας τμήματος:

1. Η νομολογία του ΣτΕ επικαλείται τις συνταγματικές αρχές της χρηστής διοίκησης, του κράτους δικαίου και της προστατευομένης εμπιστοσύνης του πολίτη στη διοίκηση, προκειμένου να τεκμηριώσει ότι δεν επιτρέπεται απώλεια κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων λόγω άγνοιας δικαίου, λόγω εσφαλμένης ή ελλιπούς ενημέρωσης και ότι, κατά συνέπεια, τα όργανα των ασφαλιστικών οργανισμών είναι υποχρεωμένα να ενημερώνουν ορθά τους ασφαλισμένους για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους

[3025/2002, 1874/2001, 1316/2001 (ολομ.), 2892/1993, 3417/1990, 2133/1990, 1306/1990, 2902/1989].

Με βάση τα ανωτέρω, προ πάσης λήψεως βιαίου καταναγκαστικού μέτρου, ή άλλου εξαιρετικού μέτρου, θεμελιώνεται δικαίωμα ατομικής πληροφόρησης εκάστου ασφαλισμένου. Το ίδιο προσωπικό δικαίωμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρέπει να ισχύσει και όταν το Ταμείο λαμβάνει οιοδήποτε μέτρο επιβλαβές και τον ασφαλισμένο.

2. Η διακοπή ασφάλισης και παροχών ασθενείας αποτελούν την «προστατευτέα έννοια της περιουσίας», την οποίαεγγυάται το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ευρ.Συμβ.Δικ.Ανθρ). Στην "περιουσία" περιλαμβάνεται σειρά περιουσιακών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων δικαιώματα συντάξεων, επιδομάτων και κάθε άλλης μορφής περιοδικών παροχών προς δικαιούχους κοινωνικής ασφάλισης, εφ’ όσον είναι προσδιορισμένα με νόμο ή προσδιορίσιμα βάσει νόμου, ή συνιστούν αντικειμενικώς νόμιμη προσδοκία, που θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο ισχύον μέχρι την προσβολή δίκαιο. Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Για τον λόγο αυτό η εν όλω ή εν μέρει κατάργησή τους αποτελεί εν όλω ή εν μέρει στέρηση του αντικειμένου αυτοτελών ιδιοκτησιακών ή περιουσιακών δικαιωμάτων. Για την στέρηση αυτή, το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι δύναται να χωρήσει δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους, δηλαδή «έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημιώσεως για την απώλειά της».

Όπως έχει νομολογηθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι πρέπει να υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει κάθε μέτρο, που αποστερεί ένα πρόσωπο από την περιουσία του (βλ. απόφαση της 20.11.1995 Υπόθ. PressosCompaniaNavieraS.A. και λοιποί κατά Βελγίου, απόφαση της 12.10.2004 Υπόθ. KjartanAsmundsson κατά Ισλανδίας).

Με βάση αυτές τις σκέψεις, δεν μπορεί η άμεση συνέπεια της αδυναμίας πληρωμής των εισφορών (έστω και παροδική και ανεξαρτήτως της αιτίας αυτής της αδυναμίας) να είναι η γενική και εις βάρος όλων των περιπτώσεων διακοπή των παροχών, πόσον μάλλον της οφειλής εισφορών για χρόνους που δεν υφίσταται υποχρέωση καλύψεως από τον φορέα. Επίσης, δεν μπορεί το μόνο κριτήριο για τις ανωτέρω συνέπειες να είναι η διακοπή των εισφορών, χωρίς αναγωγή στην αιτία. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζουν, ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου» (4 παρ. 1) και: «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως νόμος ορίζει» (22 παρ. 5), αντιστοίχως, συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 5/2007, ΝοΒ 2007, 1419, Αρμ. 2007, 1540). Είναι προφανές ότι η διακοπή καταβολής των εισφορών, που ανάγεται σε αποδεδειγμένη αδυναμία, δεν δικαιολογεί την γενική καθολική επιβολή της κυρώσεως της διακοπής της κάλυψης. Αντιθέτως, η διαφορετικότητα στην αντιμετώπιση εκάστου ασφαλισμένου ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ από τις ανωτέρω διατάξεις, αναλόγως του λόγου διακοπής των εισφορών, χάριν προαγωγής του γενικότερου συμφέροντος που θα κλυδωνισθεί από την ύπαρξη σωρείας ανασφαλίστων πολιτών.

3. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ.1), οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό. Ένα νομοθετικό μέτρο τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό (πρβλ. ΣτΕ 596/2007, 990/2004 Ολομ.).

Η διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης, όταν υπάρχει διακοπή καταβολή εισφορών για αιτία «δικαιολογήσιμη», πρέπει να είναι το ultimumrefugium του φορέα και, ασφαλώς, όχι η πρώτη και άμεση αντίδρασή του, με εξάντληση όλου του εύρους των πιθανών μέτρων στο πλέον επαχθές.

4. Εχει κριθεί (ΔΕφΑθ 217/09) ότι κατά γενική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου, οι εισφορές των ασφαλισμένων, οι οποίες καλύπτουν νομίμως χρόνο υποχρεωτικής ασφάλισης και οι οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ των πόρων των ασφαλιστικών οργανισμών, με τους οποίους σχηματίζεται το ασφαλιστικό κεφάλαιο, δεν επιστρέφονται σ' αυτούς που τις κατέβαλαν και όταν ακόμη, κατά περίπτωση, είναι βέβαιο εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση σε τούτους ασφαλιστικών παροχών. Κάμψη της γενικής αυτής αρχής επιτρέπεται μόνο όταν υπάρχει ρητή νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει την επιστροφή των ασφαλιστικών εισφορών (ΣτΕ 701/1984).

Επειδή, όμως, όπως γίνεται απολύτως γενικά δεκτό, η κοινωνική ασφάλιση δεν αποτελεί, μόνο ατομικό δικαίωμα, η δε καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών δεν υπάγεται στους στενούς οικονομικούς όρους της παροχής και της ανάλογης αντιπαροχής, αλλά κυρίαρχο στοιχείο αυτής, (δεδομένου του αναδιανεμητικού συστήματος),είναι η επιδιωκόμενη κοινωνική αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της παρούσας γενεάς και των μελών των επομένων γενεών, πρέπει συγχρόνως να γίνει δεκτό ότι κάποιο τμήμα των εισφορών αφορά πράγματι τον καταβάλλοντα αυτές. Για αυτές, τουλάχιστον, πρέπει να μπορεί να προβλεφθεί δικαίωμα επιστροφής στον καταβαλόντα, αφού δεν θίγεται η κοινωνική αλληλεγγύη. Επομένως, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού του τμήματος των εισφορών που απομένει προς όφελος του ασφαλισμένου και αυτού που απομένει προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και αυτές που αφορούν τον ασφαλισμένο να μπορούν να του αποδοθούν, επί αιτήσει του.

5.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 2 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο αποτελεί και η δι' αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή. Το δικαίωμα αυτό της αναγκαστικής εκτελέσεως πρέπει να ασκείται στα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 69/2001 ΕλΔ 42. 915). Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (περί κατάχρησης δικαιώματος) εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση (ΑΠ 110/1982 ΝοΒ 30.1258, ΑΠ 799/1974 ΝοΒ 22.219, ΕΦ ΑΘ 10143/2002 Δ/ΝΗ 2004/218 ΕφΑθ 5233/1985 ΕλΔ 26.1349, ΕφΑΘ 6900/1986 ΕλΔ 28.107). Σε περίπτωση που η χρησιμοποίηση του αναγκαστικού μέτρου δεν είναι αναγκαία για την είσπραξη της απαίτησης, τότε η διοικητική πράξη που επιβάλλει το επαχθέστερο αναγκαστικό μέτρο είναι παράνομη, λόγω υπερβάσεως των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και και αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας (ΔΕφΑθ 1633/2010)

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση πρέπει να αποτελεί την έσχατη λύση, ή, εν πάση περιπτώσει, την αναλογική, ανά περίπτωση, κύρωση και όχι την πρώτη επιλογή, εάν υπάρχουν και άλλες λιγότερο επαχθείς για τον ασφαλισμένο.

6. Το Κράτος μπορεί να επιβάλλει επιβαρύνσεις (φορολογικές ή άλλες) στο σύνολο των πολιτών, αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, δεν μπορεί, όμως, να επιβάλλει τέτοιες επιβαρύνσεις σε συγκεκριμένη κατηγορία του πληθυσμού, χωρίς να παράσχει στην συγκεκριμένη αυτή θιγόμενη κατηγορία αντιστάθμισμα έναντι της επιβαλλομένης σ’ αυτήν, χάριν του γενικού συμφέροντος, Τέτοιες επιβαρύνσειςαντίκεινται στην αρχή της ισότητος και, ειδικότερα, της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών (§§ 1 και 5, αντιστοίχως, του άρθρου 4 του Συντάγματος).

Συνέπεια αυτής της γενικής παραδοχής αλλά και της ρητής επιταγής του άρθρου 22 § 5 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της κοινωνικής ασφαλίσεως με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολοκλήρου του εργαζομένου πληθυσμού της Χώρας και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου (βλ. ΟλΣτΕ 2200/2010, 2180/2004), είναι ότι στο ενδεχόμενο ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΛΥΨΕΩΝ, ο κίνδυνος μειώσεως του ασφαλιστικού κεφαλαίου και εξόδου ελλήνων πολιτών από την ασφαλιστική κάλυψη, θα είναι γενικευμένη, κάτι που συνταγματικώς δεν επιτρέπεται, διότι θίγει ακριβώς τον κοινωνικό ιστό, το ασφαλιστικό κεφάλαιο και, συνακόλουθα, το δημόσιο συμφέρον.

7. Ακόμη και εάν η πολιτική των ασφαλιστικών φορέων για μαζική αναζήτηση εισφορών και αποβολών ασφαλισμένων από την ασφαλιστική κάλυψη βασίζεται στην επίκληση σπουδαίου λόγου δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην άρση της καταστάσεως υπερβολικού ελλείμματος αυτών, αλλά και γενικότερα και στην ανάγκη οικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας αυτών, πρέπει να τεκμηριούται με την δέουσα σαφήνεια και την παράθεση αναλυτικών στοιχείων ο λόγος τέτοιου συμφέροντος για τον οποίο η καταφυγή στα συγκεκριμένα αναγκαστικά μέτρα ήταν η μόνη λύση για την αποφυγή του ανωτέρω κινδύνου και ότι τα λαμβανόμενα μέτρα ήταν αναγκαία, αλλά και τα μόνα ικανά και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας.Προς τούτοαπαιτείται η σύνταξη ειδικής και συνολικής οικονομικής μελέτης, η οποία όφείλει να καταδείξει ότι έχουν εφαρμοστεί και εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα εξ επόψεως συνεπειών σε θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα μέσα, ως και ότι τα μέτρα αυτά ανταποκρίνονται στη φοροδοτική ικανότητα των πληττομένων οικονομικώς τάξεων, ιδίως δε των ασθενεστέρων, και διασφαλίζουν τα ελάχιστα όρια αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών.